Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

η εικόνα προφίλ της Λένα Μαυρουδή Μούλιου



Βρωμόλογα

της Λένας Μαυρουδή-Μούλιου
    
    Αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλω να πιστεύω ότι πολύ απέχω από το να είμαι συντηρητικούρα του κερατά, ή μια γηραιά κυρία που απεχθάνεται την αθυροστομία. Είμαι εκείνης της Σχολής που πρεσβεύει ότι ο καθένας μπορεί να εκφράζεται κατά πώς τον προστάζει η ηθική του μα και η αισθητική του, είτε οι αθυροστομίες είναι μέρος του δικού του λεξιλογίου, είτε είναι λόγια που μεταφέρονται αυτούσια όπως ειπώθηκαν από άλλους.
   Σημείο των σημερινών καιρών είναι να αναφέρονται τα γεννητικά ανθρώπινα όργανα με την ακριβή τους χυδαία και άγρια ονομαστική…ομορφιά(!), χωρίς καμία προσπάθεια κάλυψης, γιατί η κάλυψη λέει είναι «δήθεν» και δεν δείχνει αυθεντικότητα! Είναι φαρισαϊσμός.
Ρήματα που περιγράφουν τη γενετήσια πράξη, λόγια του καταγωγίου και της πορνογραφίας έχουν γίνει της μόδας και διανθίζουν ένα γραπτό ακόμη και «σοβαρών» συγγραφέων. Και έτσι, εν ονόματι αυτής της νέας τάσης γράφουμε ελεύθερα χυδαιολογίες, χωρίς να μας νοιάζει αν τα γραπτά μας τα διαβάσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας, ως εάν να διαχωρίζουμε την προσωπικότητά μας απ’ αυτήν του συγγραφέως. Τι να πω; Προσωπικά θα αισθανόμουν ντροπή αν ένα τέτοιο γραπτό που έφερε την υπογραφή μου, το διάβαζε το παιδί μου και το αμούστακο εγγόνι μου.
   Φίλοι μου το 'να φέρνει τ' άλλο. Πώς, Θεέ μου, να ζητήσω (προσέξτε, δε λέω να απαιτήσω) τον σεβασμό του αγοριού και τον τρόπο που θα εκφραστεί εξ’ αιτίας της μόδας, όταν εγώ της μιας κάποιας ηλικίας άτομο, εκφράζομαι αλήτικα σαν θαμώνας χαμαιτυπείου; Τι να του πω, όταν το ακούσω να αναφέρεται στη γενετήσια πράξη φαρδιά πλατιά χωρίς να του περνά καν από το μυαλό ότι πράττει μιαν απρέπεια πρώτης γραμμής μπροστά στη γερόντισσα γιαγιά του, που κατά τα άλλα τη σέβεται απεριόριστα, όταν η ίδια σαν συγγραφέας γράφει σαν να επρόκειται για το κάμα σούτρα;
   Δυστυχώς, η αρχή έγινε πριν αρκετά χρόνια με τη γνωστή μας βρισιά, μα@@κα που τώρα πια ουδείς κοκκινίζει στο άκουσμά της, αφού αποτελεί λέξη του καθημερινού λεξιλογίου μικρών και μεγάλων. Και αφού πια το αφομοιώσαμε σαν μια λέξη χωρίς ιδιαίτερη σημασία ετυμολογική, ε, είπαμε να προχωρήσουμε και στις υπόλοιπες λέξεις που μέχρι πρότινος ήταν καλυμμένες κάπως. Τώρα εξέλιπε και η κάλυψη, γιατί είναι λέει «δηθενιά». Είναι ντεμοντέ και κατηχητικούρα. Μάλιστα, το ακούσαμε κι αυτό!
   Συμβαίνει δε το εξής περίεργο, που σαν τέτοιο το έχω μελετήσει μεν, αλλά που δεν έχω καταλήξει σε κάποιο λογικό συμπέρασμα. Άτομα σοβαρά (όχι σοβαροφανή), που ναι μεν στην καθημερινότητά τους μπορεί να εκφράζονται σαν χαμίνια, αλλά στα γραπτά τους να είναι άψογα και τούμπαλιν. Σπανίως και τα δύο συγχρόνως.
Συμβαίνει ακόμη το πιο περίεργο. Πορνόλογα στο στόμα μερικών ανθρώπων μοιάζουν απλές αθυροστομίες, χαριτωμένοι αστεϊσμοί και τα ίδια αυτά λόγια στο στόμα άλλων, αποτελούν βρωμιά και χυδαιολογία. Όχι. Δεν έχει να κάνει με το ηθικό υπόβαθρο ενός εκάστου. Είναι όπως με ένα ανέκδοτο. Άλλος το λέει και ψοφάς στο γέλιο και άλλος το λέει και δεν σκας ούτε υποψία χαμόγελου, σου φαίνεται κρύο. Είναι κι αυτό, θέμα ταλέντου.
Πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις αλλά χυδαίοι άνθρωποι… Ε, καλά τώρα, προφάσεις εν αμαρτίαις. Τότε, ας αρχίσουμε όχι μόνον να μιλάμε βρώμικα αλλά να φερόμαστε και αναλόγως. Γιατί όχι; Τα λόγια μας να συμβαδίζουν με τα φερσίματά μας. Ζούγκλα είπατε; Ω! μα μην προσβάλλετε τη ζούγκλα αγαπητοί μου κυρίες και κύριοι. Εκεί μιλάει καθαρά το ορμέμφυτο στην αγνή του μορφή από αμόρφωτα όντα και την συχνή επαφή τους με ζώα. Κομματάκι διαφορετικό μου μοιάζει.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι μια βρώμικη αθυροστομία λειτουργεί σαν εκτόνωση. Έως πολύ πρόσφατα, οι άντρες κυρίως, εκτονώνονταν, θυμωμένοι όντες, κατεβάζοντας καντήλια και Αγίους. Τώρα, και αυτό σαν να πάλιωσε. Ρώτησα αν σε άλλες πολιτισμένες χώρες υπάρχει κάτι παρόμοιο, μου είπαν πως όχι.
   Γνώριζα κάποιον νεαρό άντρα, που μια συγκεκριμένη βρισιά απίθανης «αγριότητας» και πρωτοτυπίας ήταν απαραίτητη στο λεξιλόγιό του, σε σημείο να κλείνει την όποια πρότασή του με τη βρισιά αυτή, εν είδει τελείας! Αν βρισκόταν σε ένα σινεμά ή σε θέατρο ή σε μία ομιλία και χωρίς να υπάρχει καταφανής λόγος και αιτία, έβγαζε μια κραυγή με την τρίλεξη φράση και ηρεμούσε για ένα διάστημα, έως ότου ξανανιώσει την ανάγκη να το επαναλάβει. Ο κόσμος κουνούσε το κεφάλι με συμπόνια και η υπόλοιπη παρέα του έψαχνε τρύπα για να κρυφτεί. Του είχε γίνει καθώς φαίνεται απαραίτητη συνήθεια και ενώ ήξερε ότι έπραττε απρέπεια, δεν μπορούσε να την σταματήσει. Ακραία περίπτωση που άπτονταν ιατρικής έρευνας. Και που αν αυτό γινόταν τη σημερινή εποχή, θα περνούσε σαν ευφυολόγημα.
   Μα εμείς δε μιλάμε για τέτοιες περιπτώσεις, αλλά για βωμολοχίες που λέγονται εξ αιτίας επιταγών μόδας. Ας μου πει λοιπόν κάποιος μια δικαιολογία για τη χρήση των βρωμόλογων, όχι πάνω σε καυγά, όχι σαν εκτόνωση θυμού, όχι σαν μια μορφή επιθετικότητας, αλλά χάριν αστεϊσμού ή ανάγκης ψυχικής, που καταργείται η αισθητική και το όποιοsavoir vivre. Δεν ξέρω, μπορεί να υπάρχει κάποιος λόγος που εγώ, ακόμη δεν τον έπιασα με τις γεροντικές μου αντένες!
_



η εικόνα προφίλ της Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Της Λένας Μαυρουδή Μούλιου
Λ.Μ.Μ.
«ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΕΝΤΟΣ ΟΙΚΙΑΣ»


ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ, για να μη πω χιλιάδες και φανώ υπερβολική, τα βιβλία μου.
Βιβλία όλων των ειδών, τα περισσότερα των οποίων τα έχω διαβάσει και πολλά μάλιστα  πάνω από δύο φορές.
Έχει τύχει να χαρίσω ακριβά αντικείμενά μου σε ανθρώπους που αγάπησα, ή αγαπάω, μα μη μού πει κανείς να χαρίσω ένα από τα βιβλία μου. Τα λατρεύω.
Υπάρχει σπίτι μου και μία βιβλιοθήκη  με έργα του δικού μου μυαλού, που καθ’ υπερβολή έστω, τα θεωρώ παιδιά μου. Παιδιά που τα γέννησε το πνεύμα μου ,όχι το κορμί μου, χωρίς αυτά να θεωρηθούν δημιούργημα δύο ατόμων.
Αν λοιπόν αγαπώ τα εκατοντάδες βιβλία της συλλογής μου πόσο πολύ περισσότερο αγαπώ εγωιστικά τα ‘’παιδιά μου ‘’που μού χάρισαν την παρουσία τους και την συντροφιά τους, πολύ πριν ολοκληρωθούν και γίνουν ΤΑ βιβλία μου. Τα γεννούσα χωρίς επισκληρίδιο, χωρίς οδύνες τοκετού, χωρίς καισαρικές και κλάμα, με μία ανακούφιση και ευδαιμονία και την ίδια στιγμή, γεννιόταν  και η Έμπνευσή μου για ένα νέο βιβλίο. Η ίδια λατρεμένη διαδικασία, αυτή που δεν γνωρίζει τι θα πει μοναξιά και ρουτίνα. Η Μούσα μου η Έμπνευση κι’ εγώ. Γέννες που άλλες κράτησαν μήνες και άλλες με πρόωρο τοκετό αλλά χωρίς θερμοκοιτίδες και ιδιαίτερες προσπάθειες. Και έτσι γεννήθηκαν τα αστυνομικά μου, τα ερωτικά μου, τα χιουμοριστικά και τα κοινωνικά βιβλία, τα παιδάκια μου. Όχι βέβαια πως θα έχανε κάτι το σπουδαίο η ανθρωπότητα αν δεν είχα γίνει ‘’μάνα,’’ αλλά έχω την αίσθηση ότι ‘’φεύγοντας,’’ εκτός από τους φυσικούς μου απογόνους θα αφήσω και κάτι  που λέγεται πολιτισμός ή  απλά πολύ απλά, το στίγμα μου στα  γράμματα.
Τα δε ανέκδοτα χειρόγραφά μου ων ουκ έστιν αριθμός, φοβάμαι ότι ανέκδοτα θα παραμείνουν, γιατί με η φόρα που έχω πάρει και γράφω χωρίς σταματημό, άλλη μια ζωή θα χρειαζόμουν για να γίνουν σωστά ‘’παιδιά.!!!’’ Μα θα μου πείτε και γιατί Χριστιανή μου δεν σταματάς και να ασχοληθείς με τα έτοιμα, να τα φορμάρεις, να μην γυρνούν έτσι ρέμπελα μέσα σε τετράδια και σε ό, τι αποτελεί προϊόν για γράψιμο; Α, δεν είναι τόσο απλό. Όταν θέλεις να εκτονωθείς τα ήδη γραμμένα δεν καλύπτουν την ανάγκη σου για εκτόνωση. Μια καλή μου φίλη με χαρακτήρισε ‘’αστείρευτη πηγή έμπνευσης’’ την ευχαριστώ, αλλά η αλήθεια είναι ότι αντλώντας ιδέες και από τα ασήμαντα και πλάθοντας ιστορίες νιώθω γεμάτη. Αυτή η ανάγκη μου λοιπόν γέννησε και την ιστορία  τούτη, που ρέει ως ακολούθως:
Κάτι που μ’ εκνευρίζει πολύ, πάρα πολύ, είναι όταν χάνω πράγματά μου όχι οπουδήποτε, αλλά μέσα στο ίδιο μου τα σπίτι και ψάχνω να τα βρω μάταια,  ερευνώντας τα πιο απίθανα μέρη.

Πριν καιρό λοιπόν έχασα τα γυαλιά μου.
Aν και  η όρασή μου καλά κρατεί ακόμη, μια βοήθεια όσο να’ ναι, την χρειάζεται. 
Έφαγα τον κόσμο να τα βρω, αλλά στάθηκε αδύνατον.
Γυαλιά χρήσιμα όχι για μένα μόνον, αλλά και για τον όποιον τα οικειοποιούνταν, γιατί ο σκελετός τους ήταν φτιαγμένος από πλατίνα, δώρο ενός πάμπλουτου μπάρμπα μου, όχι από την Κορώνη, αλλά Ελληνο-Αμερικάνου βιομήχανου αρωματοποιίας μιας τεράστιας αλυσίδας ανά τω κόσμω.
Ο άνθρωπος έλεγε πως με αγαπούσε πολύ, ότι με εκτιμούσε ακόμη περισσότερο και ότι με ξεχώριζε από όλα τα ανίψια του που ήταν και πολλά. Το απέδειξε κάνοντάς μου δώρο τούτο το πανάκριβο δώρο, που προσωπικά το θεωρούσα too much,κραυγαλέα εξεζητημένο που με άφηνε η αξία του παντελώς αδιάφορη.
Η εξαφάνισή τους δημιούργησε μικροδράματα στους κόλπους της οικογένειας. Μία δε κακεντρεχής ρατσίστρια θεια μου, από την ΚΟΡΩΝΗ μεν αυτή, αλλά  χωρίς τα οικονομικά χαρίσματα του εν παροιμία ΜΠΑΡΜΠΑ, κατηγόρησε ευθέως και απροκάλυπτα την κοπέλα την αλλοδαπή που μας βοηθούσε με τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν πέρα για πέρα άδικη η κατηγορία της και έβαζα το χέρι μου στη φωτιά υπεραμυνόμενη της αθωότητάς της. Τη μάνα μου θα μπορούσα να την υποπτευθώ που λέει ο λόγος, το αλλοδαπό κοριτσάκι όμως ΌΧΙ.
ΑΦΟΥ ψάξαμε το σπίτι δύο ολόκληρες ημέρες απ’ άκρου εις άκρον, αφού ‘’δέσαμε’’ κόμπους σε μαντήλια καθ’ υπόδειξιν της θείας για να δεθεί ο εξαποδό και να αφήσει να φανερωθούν τα πολύτιμα γυαλιά μου, (για τη θεία δύο οι πιθανοί ύποπτοι, η αλλοδαπή και ο  βελζεβούλ), εις μάτην  όμως, το ψάξιμο απέβη άκαρπο.
Όπως ξαναείπα, προσωπικά ολίγον με ένοιαζε η απώλεια των γυαλιών, Εκείνο που με κούραζε σαν σκέψη ήταν ότι θα υποχρεωνόμουν να επισκεφτώ τον οφθαλμίατρό μου και να υποστώ τις ατελείωτες ώρες της αναμονής στο ιατρείο του γιατί ναι μεν δεχόταν με ραντεβού αλλά εκτός από τα ραντεβού, περισσότεροι ήταν οι εμβόλιμοι ασθενείς του. Άλλος, γνωστός γνωστού του γιατρού, άλλος συγγενής συναδέλφου άλλης ειδικότητας και πάει λέγοντας. Θυμάμαι, την τελευταία φορά που είχα πάει, το ραντεβού μου ήταν για τις 6 το απόγευμα και, ορκίζομαι, από το ιατρείο έφυγα στις δώδεκα τα μεσάνυχτα οπότε και κατέβαζε ρολά ο τύπος!!! Έχω που έχω πρόβλημα με την ‘’άσπρη μπλούζα’’, μα να με ταλαιπωρεί και από πάνω;
Έχασα τον ύπνο μου. Η δε θεία μου, είπε ό, τι είπε, έμεσε ό, τι έμεσε εναντίων των αλλοδαπών συλλήβδην, πολύ περισσότερο απ’ ό, τι τον εξαποδό, και έφυγε για το χωριό της κουνώντας το κεφάλι της αποδοκιμαστικά για την ‘’αφέλεια της πρωτευουσιάνας ανιψιάς που έβαζε κακοποιά στοιχεία στο σπιτικό της…’’.
Έμεινα μόνη μου επιτέλους. Η ηχορύπανση από τα μουρμουρητά εξέλειπε και εγώ ανάσανα. Καιρός ήταν γιατί τα νεύρα μου τα είχαν παίξει.
Το κρεβάτι μου είναι ανατομικό θα το έλεγα,ή καλύτερα νοσοκομειακό, από αυτά που με control ανασηκώνεται όποιο τμήμα του επιθυμείς. Σήκωσα λοιπόν το προσκεφάλι να κοιτάξω άνετα από κάτω, αποφεύγοντας το σκύψιμο. Μού είχε καρφωθεί η ιδέα ότι είχαν πέσει εκεί.
«Μα αφού καλέ κυρία ιγκό ντεν το ιβρήκα τόσο φορά ήψαξα, ντεν με πιστεύει;»
Εγώ όμως βλακωδώς, ίσως επηρεασμένη από τη θεια μου (όλο και κάτι μένει από τη λάσπη που εκτοξεύει ο ανεμιστήρας) είχα απολέσει μέρος της εμπιστοσύνης μου για την προθυμία ή μη της αλλοδαπής μου να βρει τα γυαλιά. Έτσι ξανάρχισα τις έρευνες κατά μόνας με ζήλο που θα τον ζήλευε ο Πουαρό ή ο Χολμς.
Με το control ανά χείρας, σηκώνω μετά, το κάτω μέρος του κρεβατιού, κοιτάζω και από κει κάτω . ΤΙΠΟΤΑ. Θέλοντας να επαναφέρω το κρεβάτι στη φυσική του κατάσταση πιέζω το control, μα αυτό πεισματικά αρνείται να λειτουργήσει. ‘’Και τώρα ΠΏΣ θα κοιμηθώ Θεέ μου;’’ λέω, έχοντας χάσει πια εντελώς την ψυχραιμία μου . η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΊΧΕ ΞΕΦΥΓΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ.
Απελπισμένη κάθομαι κάθετα στο εναπομείναν οριζόντιο τμήμα του κρεβατιού μου ΚΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΊ ΜΟΥ, ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΜΕΤΡΑ, ΒΛΕΠΩ ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΜΟΥ κρεμασμένα από το κορδόνι τους στο μικρό κλειδί της ντουλάπας, να με θωρούν χωρίς να με βλέπουν μεν, αλλά και σαν να με κοροϊδεύουν ένα πράμα…
Δεν μού αρέσουν οι βρισιές, ούτε οι χυδαίες χειρονομίες, όμως δεν απέφυγα να τα διαβολοστείλω δίνοντάς τους και δύο ξεγυρισμένα φάσκελα. ΔΕΝ ΉΤΑΝ ΛΟΓΙΚΟ. Τόσοι άνθρωποι είχαμε κάνει το σπίτι φύλλο και φτερό. Τι μέσα στον καταψύκτη ψάξαμε, τι μέσα στις κατσαρόλες μη και μού έπεσαν εκεί την ώρα του μαγειρέματος, τι μέσα στα σκουπίδια αποφεύγοντας την αποκομιδή τους για πάνω από δύο ημέρες, με την ξινίλα τους να μην λέει να φύγει από τη μύτη μου, μα τα γυαλιά ήταν εκεί μπροστά μας και δεν τα έβλεπε κανείς. Αφού ξανά μανά βλαστήμησα τόσο όσο να το φχαριστηθώ μού ήρθε μια απίστευτη ιδέα:    
‘Εχω έναν φίλο Ιάπωνα διάσημο εφευρέτη. Θα ρίξω στο τραπέζι τούτη την ιδέα που σας παρουσιάζω και δεν φοβάμαι μην πέσει θύμα υποκλοπής, γιατί η βαρύτητα πέφτει στην υλοποίησή της και μόνον. Στα αντικείμενα που κατά τεκμήριο εύκολα χάνονται μέσα στο σπίτι, να κολλήσω πάνω τους μικροτσιπς και όταν αυτά εξαφανίζονται με ένα κλικ στο control γενικής χρήσης να εκπέμπουν μια μουσική που θα με οδηγεί κατ’ ευθείαν στο τσαχπίνικο απολεσθέν αντικείμενο.
ΤΙ κόμπους στα μαντήλια μου λες, τι διπλά μεροκάματα στην αλλοδαπή Μαρούσκα;
 Το είπα στον Ιάπωνα.
ΚΑΙ ιδέστε με, κολυμπάω.
Όχι βρε σεις στη θάλασσα, μηδέ στην μεγαλοπρεπή μου πισίνα.
Κολυμπάω πια στο χρυσάφι με την εφεύρεσή μου.
Ευλογημένε θείε με τα γυαλιά σου τα πλατινένια…
Σκέπτομαι ένα ανάλογο δώρο να κάνω κι’ εγώ σ’ εσένα μια από αυτές τις ημέρες.

***


Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου